ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΥΠΕΡΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ- ( H τακτική μας έκδοση είναι στη διεύθυνση: www.efenpress.gr)- email: efenpress@yahoo.gr

Όνειρο

 της Ρένας Ραψομανίκη

Ακρογιαλιά στο Πήλιο
Είχαν καβγαδίσει πάλι.
Όχι πως ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο.
Κάποιο διαβολάκι μέσα της έβρισκε ευχαρίστηση να τον τσιγκλάει, κι εκείνος πάλι  τα έπαιρνε όλα πολύ στα σοβαρά, θύμωνε, αντιδρούσε χολωμένα και κάποτε γινόταν βίαιος.
Παιδιαρίσματα!
Η λογική τούς προειδοποιούσε ότι τέτοια συμπεριφορά δεν ταιριάζει σε ενήλικες.
Μα…


Η παλιά ιστορία του σκορπιού και του βάτραχου. 
Ο σκορπιός θέλει να διασχίσει το ρυάκι. 
Βλέπει ένα βάτραχο και τον παρακαλεί να τον περάσει απέναντι.
-Τρελός είσαι; Μόλις ανέβεις στην πλάτη μου θα με τσιμπήσεις.
-Γιατί να το κάνω; Αν ψοφήσεις, θα πνιγώ κι εγώ.
Το επιχείρημα είναι ατράνταχτο και ο βάτραχος πείθεται.
Στη μέση της διαδρομής αισθάνεται το φαρμακερό δάγκωμα. Μισοπεθαμένος ρωτάει τον σκορπιό:
-Γιατί;
Κι ο σκορπιός μισοπνιγμένος:
-Δεν μπορούσα, είναι στην φύση μου.

Έκαναν φιλότιμες προσπάθειες να ξεπεράσουν την φύση τους.
Μα αυτό δημιουργούσε μια διαδικασία αναστολών:
Του  ερχόταν μια πρωινή σκέψη. Ως το μεσημέρι την επεξεργαζόταν. Το απογευματάκι αποφάσιζε: 
άστο καλύτερα!
Η ηρεμία διασφαλιζόταν με  πανάκριβο  τίμημα  την απώλεια αυθορμητισμού. 
Φως φανάρι ότι έτσι  διαμορφωνόταν μια ασταθής ισορροπία.
Ένα τυχαίο γεγονός τα έφερνε όλα τούμπα, και η ιστορία ξεκινούσε από την αρχή.  
Οι καβγάδες δεν αποτελούσαν τον μεγαλύτερο φόβο της.

Συνεχίζουμε, τουλάχιστον, να επικοινωνούμε. 
Ο λόγος είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης επαφής.

Ο χειρότερος εφιάλτης ήταν ότι με την συνεχή αυτολογοκρισία, θα έφτανε μια στιγμή που δεν θα είχαν πια τίποτα να πουν.
Αυτό το τρομακτικό σενάριο έγινε ταινία που είδε, με τα μάτια κλειστά, στη διάρκεια ενός τρυφερού μελαγχολικού ονείρου:

Ήτανε, λέει, στο παραθαλάσσιο σπίτι του Αλέξανδρου Πάντου  στο ανατολικό Πήλιο. 
Ο Πάντος είχε θεμελιώσει το εξοχικό του κυριολεκτικά πάνω στα βράχια της ερημικής παραλίας. Ένα νεοκλασικό κτίσμα, ερειπωμένο πια, που ακόμα και το κουφάρι του σε αφήνει να υποψιαστείς την κομψή του αρχιτεκτονική. Υπολείμματα από φουρούσια, κιονόκρανα, ακροκέραμα – αδιάψευστοι μάρτυρες  ενός επιμελώς καλλωπισμένου αστικού οικοδομήματος, αφημένου απαλά στην αγκαλιά της θάλασσας. 
Τη μία και μοναδική φορά που βρέθηκε εκεί, αντί ν’ ακολουθήσει την παρέα, που έτρεξε στην αγκαλιά της θάλασσας, έμεινε πίσω σαν υπνωτισμένη και κρυφοσυνομίλησε με τα ερείπια. Την μάγεψε η άμεση γειτνίαση με την θάλασσα. Δεν είχε ξαναδεί σπίτι τόσο κοντά στο κύμα. Περιδιάβηκε ώρα πολλή τις έρημες κάμαρες, αναζητώντας ίχνη περασμένων μεγαλείων. Άκουσε μουσικές της θάλασσας, άλλοτε σαν σιγανό μουρμουρητό κι άλλοτε σαν μανιασμένο βογγητό, ανακατεμένες με μελαγχολικές μελωδίες πιάνου που ξεχύνονταν από τα ανοιχτά παράθυρα.  Οσφράνθηκε την αλμύρα που είχε νοτίσει κάθε γωνιά, δίνοντάς την χαρακτηριστική μυρωδιά παλιού καραβιού. Χάθηκε μέσα στην αίσθηση ότι βρισκόταν σε καΐκι , καΐκι αραγμένο, που λαχταρούσε να απαγκιστρωθεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της στεριάς και ν’ αφεθεί να ταξιδέψει. Κατέβηκε με προσοχή τα σκαλάκια που οδηγούσαν κατ’ ευθείαν στον  αφρό, με τη σκέψη σε γυναίκες. Γυναίκες ενός περασμένου αιώνα που η φαντασία της – εντελώς αυθαίρετα – τις ήθελε να προσμένουν άντρες. Άντρες  αγαπημένους, που θα έκαναν την εμφάνισή τους από το πέλαγος. 
Περίεργο σπίτι.
Αντιφατικό. Αστικό και νησιώτικο ταυτόχρονα. 
Στοιχειωμένο από πελαγίσιες μνήμες!
Ή έτσι σχηματίστηκε στην φαντασία της. 
Σ’ αυτό το ονειρικό σκηνικό την οδήγησε το υποσυνείδητο. Είδε τον εαυτό της – νέα κοπέλα, ασπροντυμένη, καθισμένη οκλαδόν στο δάπεδο του ερειπωμένου σπιτιού. Το  κεφάλι σκυμμένο, τα ξέθωρα γαλάζια μάτια προσηλωμένα στο βιβλίο, που ήταν ακουμπισμένο στα ανοιχτά γόνατα, με τα αχυρένια μαλλιά να πέφτουν προς τα κάτω κρύβοντας το πρόσωπο.
Έμοιαζε  καλοκαιρινό δειλινό ελάχιστα μετά τη δύση του ήλιου, όπως μαρτυρούσαν τα χρώματα που έβαφαν τον ορίζοντα.
Δεν έκανε τον παραμικρό θόρυβο πλησιάζοντας με το αλαφροπάτητο βήμα του. 
Άργησε να τον αντιληφθεί.
Σήκωσε ξαφνιασμένη το κεφάλι μόνο όταν άκουσε την γνώριμη φωνή:
« κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα…» 

Στεκόταν μπροστά της με το άσπρο λινό παντελόνι – μια ιδέα τσαλακωμένο – και το άσπρο πουκάμισο με τον Μπάιρον γιακά. Το επιμελημένα ατημέλητο ντύσιμο που συνηθίζεται στους κύκλους των διανοούμενων. 
Δεν είπαν ούτε λέξη – δεν είχαν τι να πουν – ούτε κοιτάζονταν. 
Κάθισε πλάι της  σιωπηλός και έβλεπαν μαζί  την πανσέληνο καθώς ξεπρόβαλε από την θάλασσα. 
Τη στιγμή που η ανατολή ολοκληρώθηκε και ο δίσκος έλαμψε ολοστρόγγυλος, μισόκλεισε τα βλέφαρα σαν να θαμπώθηκε από τη λάμψη του… 
Το φως που έμπαινε από τις γρίλιες την ξύπνησε.
Έμεινε ακίνητη προσπαθώντας να συντηρήσει μέσα της τη θλίψη αλλά και την τρυφεράδα της αίσθησης, μάταια προσπαθώντας να ξανακοιμηθεί, με την ελπίδα να συντονιστεί στη συχνότητα του ονείρου και να ξαναζήσει τη μαγεία του.
Μήπως τελικά δεν είναι μόνο ο λόγος η πεμπτουσία της ανθρώπινης επικοινωνίας; 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: